Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Σοφοί δε προσιόντων (Κ.Π.Καβάφης)

Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.

Φιλόστρατος "Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον"

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

Οι σοφοί τα έχουν ειπεί και ξαναειπεί, αλλά οι λαοί τι να κάνουν, όταν οι κυβερνήτες αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων? Αν δούμε τα αποτελέσματα της συνόδου της Κοπεγχάγης και θα καταλάβουμε ότι οι λαοί θα την πληρώσουν πάλι.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

β' μέρος

Μια Κυριακή, ποτέ δεν ρωτήσαμε τη χρονιά, δεν είχε καμιά σημασία, ενώ φαινόταν όλα ήσυχα, χωρίς κανείς να το περιμένει μπήκαν στο χωριό οι αντάρτες κι υποχρέωσαν τους νέους να συγκεντρωθούν στην πλατεία μπροστά στην εκκλησία. Εκεί έκαναν προσκλητήριο και κάλεσαν επίσημα και χωρίς έλεος παρά τις παρακλήσεις των μανάδων και των συζύγων, τους νέους να καταταγούν στο δημοκρατικό στρατό.
Αναγκάστηκαν να φιλήσουν τους δικούς τους και να αποχωρήσουν βιαστικά, ενώ οι μανάδες απελπισμένες κυλιόνταν στον κατήφορο και χτυπούσαν τα στήθια τους, γνωρίζοντας ότι δεν θα τους ξαναδούν.
Όταν τελείωσε ο εμφύλιος και ηρέμησαν τα πράματα ο θείος βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν.Άρχισε τότε ένας ατέλειωτος αγώνας των γονιών του, να τον φέρουν πίσω.Για χρόνια η οικογένεια έψαχνε τρόπους κι ανθρώπους που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν αυτό το όνειρο, γιατί τελικά οι γονείς του, ο παππούς κι η γιαγιά πέθαναν χωρίς να δουν το παιδί τους.
Μετά τη μεταπολίτευση,ο θείος με τη γυναίκα του και το γιο του κατάφερε να έρθει στην πατρίδα(θυμάμαι την ημέρα που οι αδερφές του πήγαν στη Θεσσαλονίκη να τους υποδεχτούν) φορτωμένος με αναμνήσεις, εμπειρίες και χιλιάδες ιστορίες από το σοβιετικό πείραμα. Μετριοπαθής λαλίστατος κι εργατικότατος, δε σταμάτησε να δημιουργεί μέχρι που τον κατέβαλε η κατάθλιψη και τελικά έφυγε κουρασμένος απ' αυτήν.

Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2009

Ο εκλιπών της 8ης Δεκεμβρίου α' μέρος

Τα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου, τότε που το χωριό και οι άνθρωποί του βρισκόταν στο έλεος κάθε καλοθελητή είτε του εθνικού στρατού είτε του δημοκρατικού, των ανταρτών όπως έμαθα να λέω, είτε της κάθε ομάδας ληστών που λυμαίνονταν την περιοχή, ο θείος, παλικάρι εικοσιπεντάχρονο βρέθηκε στα δύσκολα.
Προσπάθησε να καταταγεί στον εθνικό στρατό αλλά οι χαφιέδες είχαν ήδη ενημερώσει τις αρχές ότι ο νεαρός είχε ζήσει για κάποια χρόνια στην Ελευσίνα κι όταν γύρισε στο χωριό, την περίοδο της κατοχής, τα μυαλά του είχαν πάρει αέρα. Έτσι απορίφθηκε η αίτησή του.
Οι επισκέψεις των ανταρτών στο χωριό ήταν συχνές και οι προτροπές στους νέους να συστρατευθούν πιεστικές. Η οικογένεια καταλάβαινε ότι πλησίαζε η ώρα για επιστράτευση και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον προστατεύσει. Τα βράδια έφευγε στις ρεματιές όπου κρυβόταν και ξημερωνόταν μαζί με τα αγρίμια και τους φίλους.
Κάποια νύχτα οι αντάρτες χτύπησαν την πόρτα. Με φωνές και αγριάδες ζητούσαν τον νεαρό της οικογένειας. Όταν είδαν ότι τους είχε ξεφύγει, χωρίς δισταγμό ζήτησαν να τους ακολουθήσει η αδερφή του, νεαρή χήρα με ένα παιδί, που κατέφυγε στο πατρικό μετά το θάνατο του συζύγου στο Ρίμινι.Η απαίτηση ήταν επιτακτική και δε χωρούσε συζήτηση. Τότε ο πατέρας επενέβη και προσφέρθηκε να τους ακολουθήσει ο ίδιος για ν' αφήσουν την κόρη του που είχε και μικρό παιδί. Και τον πήραν μαζί με ότι φαγώσιμο υπήρχε στο σπίτι.
Στην αποχώρησή τους οι αντάρτες νιώθοντας το λάθος τους μιας κι ο ηλικιωμένος τους ήταν περισσότερο βάρος τον άφησαν να γυρίσει σπίτι του.

Τι σου λείπει κασιδιάρη?

Το μαγαζί πες το ταβέρνα πες το ψησταριά βρίσκεται ακριβώς πάνω στην όχθη του ποταμού. Κάποιος έκανε κατάληψη σ αυτό το κομμάτι γης έχτισε το οίκημα που ανανεώθηκε με τα χρόνια και σήμερα εξυπηρετεί αρκετούς πεινώντες και διψώντες.
Χώρος άφθονος πλατάνια σκιερά και λεύκες πανύψηλες στολίζουν το τοπίο και δίπλα το νεράκι κυλάει ήσυχα χωρίς σταματημό. Έλα όμως που κάθε λίγο η γεννήτρια παραγωγής ρεύματος σε ξεκουφαίνει. Παρατηρώ ότι οι κολόνες της ΔΕΗ έχουν φτάσει στα 50 μέτρα αλλά μέχρι εκεί. Πιο πριν στα χωράφια όποιος θέλει έχει ηλεκτρισμό για να κάνει τις γεωργικες του δουλειές αλλά στην ταβέρνα το ρεύμα δεν έφτασε ποτέ με αποτέλεσμα κάθε λίγο το τοπίο να ξεκουφαίνεται από τον εκνευριστικό ήχο της μηχανής.
Τώρα σκέφτομαι και μια άλλη τοποθεσία παραθαλάσσια καταπατημένη, κάπου κοντά με χτισμένα αυθαίρετα σπίτια αρκετά, με ύδρευση κανονική αλλά χωρίς ρεύμα. Κι εκεί φιγουράρουν οι κολόνες της ΔΕΗ που φτάνουν μέχρι το χωριό και το εκκλησάκι αλλά κανένα σπίτι δεν έχει ρεύμα. Ποιος πλήρωσε όλο αυτό το έξοδο της μεταφοράς μέχρι τα δυσπρόσιτα σημεία και γιατί δεν δίνουν ρεύμα στον κόσμο που δεν είναι άμοιρος ευθυνών και καταπατήσεων αλλά ενεργεί πάντα σαν τον άφρονα της παραβολής και ποτέ δεν τιμωρείται?
Είναι περίοδος κυνηγιού αλλά το κυνήγι απαγορεύεται στο παραποτάμιο δάσος. Κι όμως καθημερινά ακούγονται πυροβολισμοί που μάλλον προέρχονται από το εσωτερικό του δάσους. Κι όμως δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Τουλάχιστον δεν έπρεπε να υπάρχει κάποιος θηροφύλακας στην περιοχή και να δράσει? Πριν από μήνα περίπου σε κάποιον περίπατο στην κοντινή παραλία συνάντησα κάποιον που ψάρευε με πετονιά και μου παραπονέθηκε βλέποντας ένα επαγγελματικό ψαροκάικο να ρίχνει τα δίχτυα του μπροστρά μας. Είναι υποχρεωμένος μου είπε να ρίχνει τα δίχτυα σε κάποια απόσταση από την παραλία κι αυτός ήρθε στα πόδια μας. Τι να του έλεγα? Τα πάντα όλα χύμα.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Μιζέρια

Κι εκεί που πίστεψα ότι ήρθαν οι ώρες της ηρεμίας
χωρίς λόγο κι αφορμή, έτσι νομίζω τουλάχιστον,
άρχισαν να με καταδιώκουν αυπνίες.
Βέβαια δεν έρχονται τα φαντάματα της νιότης να με ταράξουν
αλλά μια ανησυχία με κυριεύει.
Θέλω να βγω έξω να περιποιηθώ τα φυτά να μαζέψω τα φύλλα.
Κι ο ήλιος αυτά τα απογεύματα είναι υπέροχος,
γιατί να χάνεται τόσο γρήγορα από το στερέωμα?
άλλη μια μέρα από τη ζωή χάθηκε
μήπως τελικά αυτό με κυνηγά?

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Ανατριχίλα

Ήλιε, κορμί
μενεξεδένιο
προτού στη
θάλασσα χαθείς
κοίταξέ με
κάψε με.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος.

Όταν έφτασε ο αγγελιοφόρος με το άλογό του στο χωριό κατευθύνθηκε στο σχολείο και ζήτησε να μιλήσει στη δασκάλα διακόπτοντάς την από το μάθημα.
Κηρύχτηκε πόλεμος, της είπε από τους Ιταλούς και πρέπει να βρούμε τους άντρες του χωριού που επιστρατεύονται. Η δασκάλα έστειλε τα παιδιά στα σπίτια τους με την παραγγελία να πουν στους γονείς τους να μαζευτούν στην πλατεία γιατί κηρύχτηκε πόλεμος. Παράλληλα έστειλε ένα παιδί από τα μεγάλα να χτυπήσει την καμπάνα της εκκλησίας δυνατά και πολλές φορές.
Ο πατέρας μου μαζί με μερικούς άλλους αποχαιρέτισε την οικογένεια και ξεκίνησε για την πρωτεύουσα του νομού. Από εκεί έφυγαν με τρένο για το αλβανικό μέτωπο.
Ήταν καλός αφηγητής με γερή μνήμη κάθε περιστατικό είχε και την ημερομηνία αλλά το ενδιαφέρον μου αμβλύνθηκε από την επανάληψη των διηγήσεων αυτών. Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια.Τράβηξε πολλά, είδαν τα μάτια του συμπεριφορές που δεν έπρεπε και τελικά έπαθε κρυοπαγήματα. Νοσηλεύτηκε και υγιής αλλά πεινασμένος γύρισε με τα πόδια στο σπίτι του όταν κατέρευσε το μετωπο της Μακεδονίας μπροστά στην πολεμική μηχανή των Γερμανών. Στην επιστροφή πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Βουλγάρους και κρατήθηκε σε στρατόπεδο δίπλα στο Νέστο, μέχρι που έγινε το μοίρασμα μεταξύ των συμμάχων κι αφέθηκε ελεύθερος και πεινασμένος να γυρίσει στην οικογένειά του.
Σήμερα στους πανηγυρικούς πήραν κι έδωσαν τα περί ηρώων και ηρωισμών. Δεν έδωσα ποτέ σημασία στα κούφια λόγια των ομιλητών κανένας απ΄αυτούς δεν άκουσε τις ιστορίες του πατέρα μου, για τον οποίο μιλούν χωρίς να ξέρουν, ξέρω από πρώτο χέρι τι έγινε στα βουνά της Αλβανίας κι ακόμα χειρότερα τι συνέβη μετά.